Γεννήθηκε στο Μοναστηράκι Ανακτορίου στις 10 Οκτωβρίου 1926.
Τελείωσε το δημοτικό σχολείο του χωριού και στη συνέχεια το γυμνάσιο Αρτας. Παράλληλα παρακολούθησε
μαθήματα γερμακικών, αγγλικών, γαλλικών, ιταλικών και ισπανικών. Εξαιτίας της επίδοσής του στις ξένες
γλώσσες οι γερμανοί που έμεναν στο Μοναστηράκι τον χρησιμοποίησαν σαν διερμηνέα. Ο Γιάννης, αφού προηγούμενα
επικοινώνησε με το 24ο σύνταγμα του Ε.Λ.Α.Σ. που είχε τότε έδρα το βουνό ανάμεσα σε Βούστρι - Θύρρειο, αξιοποίησε
την ιδιότητά του αυτή με το να προσφέρει τις πολύτιμες υπηρεσίες του τόσο στους χωριανούς μας όσο και
στους σχηματισμούς των ανταρτών που πάντοτε κινούταν στη περιοχή αυτή του Ξηρομέρου. Εκμεταλεύοταν τις
αδυναμίες των γερμανών αξιωματικών και κάθε φορά που πληροφορούταν για τις όποιες κινήσεις των γερμανικών
στρατευμάτων μετέδιδε τις πληροφορίες αυτές στις διοικήσεις των τμημάτων του ΕΛΑΣ. Η παρέμβασή του ήταν
σωτήρια τόσο στην επιχείρηση που έκανε το 24 σύνταγμα του ΕΛΑΣ στο Περγαντί, όσο και στη μάχη της Αμφιλοχίας
και στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των γερμανών σε Θύριο-Βούστρι-Περγαντί. Τότε, καλοκαίρι του 1944, βρέθηκε στη περιοχή μας
εγκλωβισμένη απ' τις γερμανικές δυνάμεις ή υπό τον Λέμπροκ Αγγλική αποστολή, την οποία κάποιος χωρικός είχε καταδώσει
στους Γερμανούς. Ο Γιάννης ερμήνευσε τις πληροφορίες αυτές διαφορετικά, παραπλάνησε τους Γερμανούς και έσωσε την αποστολή.
Τη δράση του αυτή πληροφορήθηκαν οι γερμανοί κατακτητές ευτυχώς όμως με τη βοήθεια ενός αντιχιτλερικού έφεδρου αξιωματικού
πέρασε στο αντάρτικο. Για όλες αυτές τις πράξεις του έλαβε συγχαρητήρια επιστολή από τον Αρη Βελουχιώτη.
Μετά τον πόλεμο παρουσιάζεται το 1947 στο κέντρο εκπαίδευσης νεοσυλλέκτων Κορίνθου και μετά τη βασική εκπαίδευση
μεταφέρεται σαν κρατούμενος στη Μακρόνησο. Παραμένει εκεί για είκοσι μήνες απ' όπου άρρωστος με διήθηση πνεύμονα
μεταφέτεται στο 424 στρατιωτικό νοσοκομείο. Μετά από αναρρωτική άδεια και μικρή παραμονή στο κέντρο διερχομένων
Ιωαννίνων απολύεται παίρνοντας φύλλο πορείας σαν βοηθητικός.
Στα 1952 έφυγε στην Ελβετία όπου σπούδασε χημικός στο πανεπιστήμιο της Λωζάνης.
Πήρε το πτυχίο του στα 1957 και στη συνέχεια εργάστηκε σε πολλά ερευνητικά κέντρα και εργαστήρια του εξωτερικού.
Από τις 21 Ιανουαρίου 1958 έως 20 Φεβρουαρίου 1959 στην εταιρεία χημικών προιόντων "CUPRA" στη Renens της Ελβετίας,
από τις 27 Φεβρουαρίου 1959 έως 15 Μαρτίου 1960 στη φαρμακευτική εταιρεία "Nyegaard & Co. A/S" στο Οσλο της Νορβηγίας,
από το 1961 έως το 1962 στην εταιρεία "Martigny-Valais" στην Ελβετία, από το 1962 έως το 1963 στο ιστιντούτο βιομηχανικων
εφαρμογών χρωματογραφίας στη Renens της Ελβετίας, από το 1963 έως το 1964 στην εταιρεία "Spiess & Sohn" στο Grundstadt
της Γερμανίας, απο το 1964 έως το 1966 στην "Pharmediaca S.A." στη Renens της Ελβετίας, από τις 13 Οκτωβρίου 1966 έως
21 Νοεμβρίου 1968 ανέλαβε τη διεύθυνση του κρατικού χημείου στο Βελγικό Κογκό, από το 1969 έως το 1970 στο "Arzier"
της Ελβετίας, από το 1970 έως το 1971 στην εταιρεία "Lark s.p.a." στο Μιλάνο της Ιταλίας, από το 1971 έως το 1976
στο ιστιντούτο Battelle στη Γενεύη και τέλος στη Νότια Αφρική απ' όπου και επέστρεψε στην Ελλάδα το 1978.
Ολα αυτά τα χρόνια πραγματοποίησε πολλές εργασίες και έρευνες πάνω στην εφαρμοσμένη χημεία. Ασχολήθηκε με
τη βελτίωση ποιότητας και κόστους παραγωγής των αλάτων του χαλκού, τη σύνθεση χημικών μορίων για θεραπευτικούς σκοπούς,
τη παραγωγή νέων τύπων λιπασμάτων και τα πετρελαιοειδή
Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα ασχολήθηκε με την πεζογραφία. Εργα του είναι :"Η πέτρινη στράτα", "Ο γυρισμός
του απόδημου", "Ο αλλόγνωμος", "O δολοφονημένος Λοχαγός" και πρόσφατα το μυθιστόρημα "Στον καφενέ του πλάτανου".
Οταν σε τούτα τα χώματα, τ' ανθρώπινα μάτια τούτων των ντόπιων, δεν σε βλέπουν συχνά και τ' αυτιά τους δεν ακούνε
μαντάτα για σένα, τότε η μνήμη τους σε βάζει παράμερα μαζί με τους άλλους που φύγαν για τα νεκροτόπια.
Κι αν ξαφνικά, ξαναγυρίσεις προς τα δω αφού περάσουμε χρόνια, και σε δούνε τα μάτια τους, τότε ψάχνουν τ' απέξω σου,
βλεματίζουν πρόσωπο και κορμοστασιά, προσέχουν τους τρόπους σου, τη γλωσσοστροφή της λαλιάς σου, τα νεύματά σου, και
αν νοήσουν, οσφρανθούνε πως γύρισες μ' αλαγμένο το νού σου και γύρισες κι άρδαχμος, τότε να καρτερείς ειρωνείες,
σαρκασμούς και χλευάσματα, να περιμένεις δολορραφίες με σκοπό να σε σαλαγήσουν και να σε διώξουν από τα χώματα σαν
ξένο σώμα απ' το δικό τους τον κόσμο.
Οταν απ' τον άνθρωπο δεν υπάρχει κάτι μετά απ' τπ θανατό του, τότε υπάρχει ή δεν υπάρχει ο Θεός ένα και το ίδιο κάνει.
Ο σημερινός ο άνθρωπος, ετούτος ο άνθρωπος που γεννήθηκε πάνω σε τούτη τη γαία, μέσα στο σύμπαν είναι σαν το μικρό παιδάκι
που θέλει να νιώθει το Πατέρα του δίπλα για να βηματίσει τη νύχτα.
Θέλει το Θεό, τη Βίβλο, Προφήτάδες κι αγιοφλάδες για προστάτες στη ζωή του, και ελπίζει πως ετούτοι του τοίμασαν και μια
άλλη μετά θάνατο ζωή.
Ο σημερινός ο άνθρωπος πρέπει να ξεπεραστεί και νάρθει στη θέση του ο μελλοντικός επίλεκτος, ο καλής ποιότητας άνθρωπος.
Ενας τέτοιος άνθρωπος θα ξέρει γιατί ζει και θα γνωματεύει γιατί πεθαίνει, κι ο τέτοιος επίλεκτος θα βρει, αρετές, αρχές,
αποφθέγματα και νόμους που του ταιριάζουν και θα φκιάσει επίλεκτη κοινωνία και θάναι ο αξιοζήλευτος και αξιοβίωτος τούτης
της γαίας και του ηλιακού συστήματος.
Φάνηκε στον ορίζοντα ο καινούργιος άνθρωπος κα ακούστηκε η λαλιά του.
Εγώ είμαι ο Βορριάς η φοβερά καταιγίδα, ο καταλύτης που θ' ανατρέψει και θα σαρώσει τα πάντα.
Εγώ είμαι ο μεγάλος εκδικητής του Προμηθέα. Αλλόγνωμος.
Πρόκειται για ένα συναρπαστικό πίνακα από το μεγαλείο της Εθνικής Αντίστασης και τη λάσπη του
δοσιλογισμού στα χρόνια της μαύρης κατοχής.
οπως εξομολογείται ο συγγραφέας στο λιτό προλογικό του σημείωμα, το "ιστόρημα" αυτό έγραψε στα
1949, όταν ήταν μόλις 22 χρόνων, πολιτικός κρατούμενος στο Μακρονήσι. Τότε δηλαδή που τα γεγονότα
άχνιζαν ακόμα <<στην κοιλάδα του Λάρνακα>>, αλλά και στην ψυχή του νεαρού τότε συγγραφέα, που τα
έζησε με ολάνοιχτα μάτια και ως ένα βαθμό τα δημιούργησε από τις γραμμές της ΕΑΜικής αντίστασης.
Η σύνθεση του βιβλίου, με την εναλλαγή δραματικών γεγονότων και εφιαλτικών καταστάσεων, που μπαίνουν
κατευθείαν στην ψυχή σου και σου αφήνουν μια πικρή γεύση, καθώς με τη ψυχογραφία των ηρώων του, που
ολοκληρώνεται και με τις αναδρομές στο παρελθόν, δίνει στο βιβλίο περισσότερο τον χαρακτήρα μυθιστορήματος
χωρίς <<μύθο>> παρά του χρονικού.
Είναι μια πολυφωνική σύνθεση, όπου πρόσωπα, γεγονότα, καταστάσεις, αισθήματα, ιδέες συμπλέκονται όλα μαζί
σ' ένα χείμαρρο ζωής, που τα νερά του κατεβαίνουν με ορμή, άλλοτε λαγαρά από το μεγαλείο της αντιστασιακής
δημιουργίας και άλλοτε θολά και ματωμένα από τη προδοσία. Εχεις την εντύπωση, ότι τα γεγονότα ορίζουν την
αφήγηση, μιά ευχάριστη αίσθηση ταύτισης λόγου και ουσίας.
Υπάρχουν σελίδες του βιβλίου, σαν εκείνη της συναλλαγής και της διαπραγμάτευσης ανάμεσα στον καλόγερο και
τον τοκογλύφο, ή την άλλη όπου συνάζονται οι αντάρτες και συζητούν την εισήγηση του καπετάνιου να
εισβάλουν στη Γράνιτσα, που αποκαλύπτουν δυνατό λογοτεχνικό τάλαντο.
Αμφιλεγόμενο στοιχείο είναι ίσως, ή γλώσσα του συγγραφέα με τους πολλούς ιδιωματισμούς, με τις αρχαίες
λέξεις (τάρβος, ωίζω, κάρα, κ.λ.π.) και προ παντός, με τους αρχαιότροπους νεολογισμούς. Μήπως, όμως, με
την έντονη πρωτοτυπία τους αποτελούν ένα ακόμα συστατικό της γοητείας του βιβλίου;
Η πίστη στην αξία του γένους, η αγάπη προς την πατρίδα και το σέβας προς τους προγόνους, είναι
της νίκης οι δουλευτάδες.
Κάθε τι που'ναι καλό για την πατρίδα και για το έθνος, κάθε τι που'ναι ωφέλιμο για τον Ελληνισμό,
είναι άγιος νόμος για μένα.
Ενας αξιωματικός που λιπομαχεί, που προδίνει την πατρίδα, μοιάζει με τη μάνα που πορνεύει τη κόρη της.
Εκείνος που προδίνει τούτη την πατρίδα, τούτα τα χώματα που ζήσαν και τάφηκαν οι αρχαίοι Ελληνες
είναι δύο φορές προδότης και βαριά δύσοσμος προδότης.
Ηθική και πατριωτισμός είναι θέσεις που παίρνεις θεωρητικά και πρακτικά μέσα στην κοινωνία για να
διακρίνεσαι από τον ανήθικο και τον προδότη.
Θυσιάζοντας τη ζωή σου για την Ελλάδα και τούτα τα χώματα πο'χοθν μέσα τους τα κορμιά των αρχαίων Ελλήνων
μεγαλύνεις την ψυχή σου. Ο δολοφονημένος λοχαγός.
Τα δύσκολα χρόνια της τρομοκρατίας και της εκδίκησης, οι κάτοικοι ενός μικρού ορεινού χωριού μαζεύονται καθημερινά
στο καφενείο, κάτω από τη σκιά του επιβλητικού πλάτανου, για να ξαποστάσουν: πιστοί και άπιστοι, νοικοκυραίοι και
ακαμάτηδες, καβγατζήδες, κουτσομπόλιδες, άρχοντες και μεροκαματιάρηδες, μορφωμένοι και αγράμματοι.
Ανάμεσά τους δεσπόζει ο παπάς του χωριού, μόνιμος θαμώνας του καφενέ, εκτός Κυριακών και εορτών.
Το μυθιστόρημα "Στον καφενέ του Πλάτανου είναι ένα ηθογράφημα μιας Ελλάδας ξεχασμένης αλλά όχι και τόσο μακρινής.
Τα βιβλία του χωριανού μας Γιάννη Κουτρουλού είναι έκδοση της Αντ. Λιβάνης & ΣΙΑ Ε.Ε. <<ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ>>
Σόλωνος 94, τηλ. 01-3610589 Αθήνα.